Home / newsletter / ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ (Newsletter) ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2023

ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ (Newsletter) ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2023

ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2023


Αγαπητοί Φίλοι του ΙΜΕΘΑ,

σας προσκαλούμε στο 11ο Πανελλήνιο Συνέδριο του ΙΜΕΘΑ το οποίο θα πραγματοποιηθεί στην όμορφη πόλη των Ιωαννίνων στις 21-23 Σεπτεμβρίου 2023.

Κατά τη διάρκεια του συνεδρίου, βασικός μας στόχος είναι να φέρουμε κοντά ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων που ασχολούνται με την πρόληψη και την αντιμετώπιση των θρομβοεμβολικών νοσημάτων και των διαταραχών της πήξης,  κυρίως υπό τη μορφή διαδραστικών συζητήσεων.

Προσβλέπουμε στην παρουσία σας και την ενεργό συμμετοχή σας τόσο μέσω των διαδραστικών συζητήσεων κατά τη διάρκεια του συνεδρίου, όσο και με την παρουσίαση ερευνητικών εργασιών σχετικά με τη θρόμβωση και την αντιθρομβωτική αγωγή.

Επίσης, σας προτρέπουμε να συμμετέχετε ενεργά στο 11ο Πανελλήνιο Συνέδριο του ΙΜΕΘΑ, υποβάλλοντας και παρουσιάζοντας δια ζώσης τις δικές σας ερευνητικές εργασίες. Η καταληκτική ημερομηνία υποβολής εργασιών είναι στις 19 Ιουνίου 2023.

Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το 11ο Πανελλήνιο Συνέδριο του ΙΜΕΘΑ και το  αναλυτικό πρόγραμμα του συνεδρίου μπορείτε να τα βρείτε εδώ.

 


Στις 30 Μαρτίου 2023 πραγματοποιήθηκε το 7ο διαδικτυακό σεμινάριο του κύκλου των Webinars 2022-2023 “Excellence in Thrombosis”, με τίτλο: «Άνδρας 58 ετών με επεισόδια παροξυσμικής κολπικής μαρμαρυγής και υπέρταση. Πρέπει να πάρει μόνιμη αντιπηκτική αγωγή;», ένα κλινικό δίλημμα το οποίο συναντούμε συχνά στην κλινική πρακτική. Παρά τις φαινομενικά αντίθετες προσεγγίσεις των εξαιρετικών ομιλητών κου Ε. Κανουπάκη, Διευθυντή ΕΣΥ στο Πανεπιστημιακό ΓΝ Ηρακλείου Κρήτης, και κου Π. Κοραντζόπουλου, Αναπληρωτή Καθηγητή Καρδιολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, αμφότεροι συνέκλιναν στην εξατομικευμένη προσέγγιση του ασθενή βάσει του φορτίου της κολπικής μαρμαρυγής αλλά και την παρουσία άλλων καρδιαγγειακών παραγόντων κινδύνου.

Καταλυτικό ρόλο στο σχολιασμό της «διαμάχης» αλλά και στη κριτική προσέγγιση των κατευθυντηρίων γραμμών είχαν ο κ Δ. Ρίχτερ, Καρδιολόγος, Διευθυντής της Β’ Καρδιολογικής Κλινικής στην «ΕΥΡΩΚΛΙΝΙΚΗ» Αθηνών και ο κ. Γ. Ανδρικόπουλος, Διευθυντής της Α’ Καρδιολογικής Κλινικής Ηλεκτροφυσιολογίας Βηματοδότησης στο «Ερρίκος Ντυνάν» Hospital Center, Αθήνα, υπό το συντονισμό της κας Κ. Καλαντζή, Καρδιολόγου, Διδάκτορα της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και μέλους του ΔΣ του ΙΜΕΘΑ.

Όλα τα προηγούμενα μαγνητοσκοπημένα διαδικτυακά σεμινάρια του ΙΜΕΘΑ διατίθενται δωρεάν στην ιστοσελίδα του ΙΜΕΘΑ.


Στις 27 Απριλίου 2023 (17:00 – 18:00) αναμένουμε το 8ο διαδικτυακό σεμινάριο του κύκλου των Webinars 2022-2023 “Excellence in Thrombosis”, με τίτλο: «Ασθενής υψηλού κινδύνου με Χρόνια Στεφανιαία Νόσο: – Θα λάβει μακροχρόνια αντιαιμοπεταλιακή αγωγή;  – Θα λάβει μακροχρόνια αντιπηκτική αγωγή;». Τη σημασία της μακροχρόνιας αντιαιμοπεταλιακής αγωγής σε ασθενή με σταθερή στεφανιαία νόσο  θα προσεγγίσει ο Καθηγητής Καρδιολογίας Δ. Αλεξόπουλος, Β ́ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου «ΑΤΤΙΚΟΝ», ενώ τις περαιτέρω επιλογές που έχουμε στην αντιπηκτική αγωγή σε ασθενή με χρόνια στεφανιαία νόσο θα αναλύσει ο κ. Α. Πιπιλής, Διευθυντής Α ́ Καρδιολογικού Τμήματος στο ΔΘΚΑ «ΥΓΕΙΑ», Αθήνα. Τις ενδιαφέρουσες πτυχές της αντιθρομβωτικής αγωγής σε ασθενή με σταθερή στεφανιαία νόσο θα σχολιάσουν οι κ. Χ. Γράσσος, Καρδιολόγος, Διευθυντής ΕΣΥ, Υπεύθυνος Ιατρείου Υπέρτασης, Καρδιολογική Κλινική, ΓΝΑ ΚΑΤ  και η κα Κ. Καλαντζή, Καρδιολόγος και  Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Τη συζήτηση συντονίζει ο κ. Δ. Ρίχτερ, Καρδιολόγος, Διευθυντής Β’ Καρδιολογικής Κλινικής στην «ΕΥΡΩΚΛΙΝΙΚΗ» Αθηνών. Το διαδικτυακό σεμινάριο μπορείτε να το παρακολουθήσετε χρησιμοποιώντας το ακόλουθο link:

https://us06web.zoom.us/meeting/register/tZItcOuhpjsiEtzbWj7w3N-7zDicQj0HxhUJ

 


Στο ενημερωτικό δελτίο του ΙΜΕΘΑ για τον μήνα Απρίλιο, συνοψίζονται όπως κάθε μήνα οι σημαντικότερες μελέτες και στον τομέα της θρόμβωσης και της αντιθρομβωτικής αγωγής.

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ-ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΠΡΟΣΦΑΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΩΝ


Η διπλή αντιαιμοπεταλιακή αγωγή διάρκειας 3-6 μηνών είναι μη κατώτερη της διπλής αντιαιμοπεταλιακής αγωγής για 12 μηνες μετά την τοποθέτηση στεφανιαίας ενδοπρόθεσης τρίτης γενιάς όσον αφορά τα καρδιαγγειακά συμβάντα διαφόρων ειδών: Η τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη HOST-IDEA. (Comparison Of 3-6 Month Versus 12 Month Dual Antiplatelet Therapy After Coronary Intervention Using the Contemporary Drug-eluting Stents With Ultrathin Struts: The HOST-IDEA Randomized Clinical Trial  https://www.ahajournals.org/doi/10.1161/CIRCULATIONAHA.123.064264 )

Στην ανοιχτή, τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη HOST-IDEA στην οποία συμμετείχαν 37 κέντρα της Νότιας Κορέας με 2.013 ασθενείς (μέση ηλικία 65,7±10,5, 1.487 άνδρες [73,9%], 1.110 [55,1%] με οξύ στεφανιαίο σύνδρομο χωρίς ανάσπαση ST) που υποβλήθηκαν σε διαδερμική στεφανιαία παρέμβαση (percutaneous coronary intervention-PCI) με τοποθέτηση ενδοπρόθεσης τρίτης γενιάς [Orsiro biodegradable-polymer sirolimus-eluting stent (SES) ή Coroflex ISAR polymer-free SES]. Από το σύνολο των ασθενών, 1.002 έλαβαν διπλή αντιαιμοπεταλιακή αγωγή (dual antiplatelet therapy-DAPT) για 3-6 μήνες και 1.011 για 12 μήνες μετά την PCI. Το συνδυαστικό πρωτεύον καταληκτικό σημείο περιελάμβανε την εμφάνιση καρδιακού θανάτου, το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου του αγγείου στόχος, την ανάγκη επαναγγείωσης του αγγείου στόχος, τη θρόμβωση της ενδοπρόθεσης ή τη μείζονα αιμορραγία (που ορίζεται ως τύπου 3 ή 5 βάσει της Bleeding Academic Research Consortium) στους 12 μήνες. Το πρωτεύον καταληκτικό  παρατηρήθηκε σε 37 ασθενείς στην ομάδα που έλαβε DAPT για 3-6 μήνες (3,7%) και σε 41 ασθενείς στην ομάδα που έλαβε DAPT για 12 μήνες (4,1%) (absolute risk difference: -0,4%, 95% CI: -∞% έως 1.1%, P<0.001 για μη κατωτερότητα). Μεταξύ των δύο ομάδων δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά για το δευτερεύον καταληκτικό σημείο μείζονος αιμορραγίας (HR: 0,82, 95% CI: 0,41-1,61). Συμπερασματικά, μεταξύ των ασθενών που υπεβλήθησαν σε PCI  με τοποθέτηση ενδοπρόθεσης τρίτης γενιάς, η χορήγηση διπλής αντιαιμοπεταλιακής αγωγής για 3-6 μήνες δεν ήταν κατώτερη από τη χορήγηση διπλής αντιαιμοπεταλιακής αγωγής για 12 μήνες. Απαιτείται ωστόσο περαιτέρω έρευνα για τη γενίκευση του ευρήματος σε Καυκάσιο πληθυσμό και για να καθοριστεί ο ιδανικός συνδυασμός διπλής αντιαιμοπεταλιακής αγωγής βαρχείας διάρκειας.


Η πρώιμη επανέναρξη αντιαιμοπεταλιακής αγωγής είναι εξίσου ασφαλής με την καθυστερημένη σε ασθενείς με ενδοεγκεφαλική αιμορραγία. (Early Antiplatelet Resumption and the Risks of Major Bleeding After Intracerebral Hemorrhage https://www.ahajournals.org/doi/10.1161/STROKEAHA.122.040500 )

Μεταξύ 2008 και 2017, 1.584 ασθενείς με ενδοκράνια αιμορραγία (intracerebral hemorrhage-ICH) υπό αντιαιμοπεταλιακή αγωγή (με αναλογία possession φαρμάκου της αντιαιμοπεταλιακής αγωγής ≥50% πριν από την ICH και μετά την επανέναρξη αντιαιμοπεταλιακής αγωγής) χωρίστηκαν σε δύο ομάδες με βάση το χρόνο επανέναρξης της αντιαιμοπεταλιακής αγωγής μετά το επεισόδιο ICH: α. ΠΡΩΙΜΗΣ επανέναρξης (≤30 ημέρες- EARLY) και β. ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΜΕΝΗΣ επανέναρξης (31–365 ημέρες – LATE). Οι ασθενείς παρακολουθήθηκαν μέχρι την εμφάνιση της κλινικής έκβασης, μέχρι το τέλος της παρακολούθησης ενός έτους, ή μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2018. Η πρωτογενής έκβαση ήταν η υποτροπιάζουσα ICH και οι δευτερεύουσες εκβάσεις περιελάμβαναν τη θνησιμότητα από όλες τις αιτίες, τα μείζονα αιμορραγικά και ισχαιμικά αγγειακά συμβάντα και το ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Η ομάδα EARLY και η ομάδα LATE εμφάνισαν παρόμοιο κίνδυνο υποτροπιάζουσας ICH στο ένα έτος (EARLY Vs. LATE: 3,12% Vs. 3,27%, αντίστοιχα· adjHR: 0,967 [95% CI: 0,522–1,791]) και παρόμοιο κίνδυνο για κάθε δευτερεύουσα έκβαση σε παρακολούθηση ενός έτους. Σε υποαναλύσεις φάνηκε ότι η πρώιμη επανέναρξη αντιαιμοπεταλιακής αγωγής σε ασθενείς χωρίς προηγούμενο αγγειακό συμβάν συσχετίστηκε με χαμηλότερο κίνδυνο θνησιμότητας από όλες τις αιτίες (adjHR: 0,199 [95% CI: 0,054-0,739]) και μειζόνων αιμορραγικών συμβάντων (adjHR : 0,090 [95% CI: 0,010-0,797]), ενώ στους ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο η πρώιμη επανέναρξη αντιαιμοπεταλιακής αγωγής συσχετίστηκε με χαμηλότερο κίνδυνο ισχαιμικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (adjHR : 0,065 [95% CI: 0,012-0,364]). Συμπερασματικά, σε ασθενείς με ICH η πρώιμη επανέναρξη αντιαιμοπεταλιακής αγωγής είναι εξίσου ασφαλής με την καθυστερημένη επανέναρξη και θα ωφεληθούν περισσότερο από αυτήν οι ασθενείς χωρίς προηγούμενο αγγειακό συμβάν ή οι ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο.


Η περιεπεμβατική χρήση αναστολέων P2Y12 σε ασθενείς που υποβάλλονται σε καρωτιδική επαναγγείωση με τη χρήση ενδοπρόθεσης, σχετίζεται με μικρότερο κίνδυνο περιεπεμβατικών συμβάντων και ισχαιμικών εγκεφαλικών επεισοδίων. (Periprocedural P2Y12 inhibitors improve perioperative outcomes after carotid stenting by primarily decreasing strokes https://www.jvascsurg.org/article/S0741-5214(22)02459-4/fulltext )

Μεταξύ 31.036 ασθενών (63,8% άνδρες, 82,3% υπό αναστολέα P2Y12) (Vascular Quality Initiative) που υπεβλήθησαν σε καρωτιδική επαναγγείωση με τη χρήση ενδοπρόθεσης (carotid artery stenting- CAS)  από το 2007 έως το 2020, διερευνήθηκε η συσχέτιση της λήψης αναστολέα P2Y12 με την εμφάνιση περιεπεμβατικών νευρολογικών συμβάντων (ισχαιμικά και παροδικά αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια), ενώ δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία τής μελέτης ήταν η θνησιμότητα και το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η χρήση αναστολέα P2Y12 ήταν πιο συχνή σε άνδρες, ασυμπτωματικούς ασθενείς, ηλικίας άνω των 70 ετών οι οποίοι ελέμβαναν αγωγή με στατίνη. Περιεπεμβατικές νευρολογικές επιπλοκές παρατηρήθηκαν στο 2,6% των ασθενών. Οι ασθενείς υπό αγωγή με αναστολέα P2Y12 είχαν σημαντικά λιγότερες πιθανότητες να εμφανίσουν κάποιο περιεπεμβατικό νευρολογικό συμβάν (2,3% έναντι 3,9%, P<0,001) και θάνατο (0,6% έναντι 2,1%· P<0,001) σε σχέση με εκείνους που δεν ελάμβαναν αναστολέα P2Y12. Η χρήση αναστολέα P2Y12 δεν επηρέασε τον κίνδυνο εμφάνισης  εμφράγματος του μυοκαρδίου. Στην πολυπαραγοντική ανάλυση, οι συμπτωματικοί και ασυμπτωματικοί ασθενείς υπό αναστολέα P2Y12 ήταν λιγότερο πιθανό να αναπτύξουν περιεπεμβατικά νευρολογικά συμβάντα μειώνοντας σημαντικά τον σχετικό κίνδυνο εμφάνισης περιεπεμβατικού ισχαιμικού εγκεφαλικού επεισοδίου (odds ratio: 0,29, 95% CI: 0,25-0,33). Συμπερασματικά, η περιεπεμβατική χρήση αναστολέων P2Y12 φαίνεται να μειώνει σημαντικά το ποσοστό περιεπεμβατικών νευρολογικών συμβάντων σε συμπτωματικούς και ασυμπτωματικούς ασθενείς που υποβάλλονται σε επαναγγείωση καρωτίδας με τη χρήση ενδοπρόθεσης.


Η διπλή αντιαιμοπεταλιακή αγωγή με τη χρήση σιλοσταζόλης μείωσε τη συχνότητα υποτροπιάζοντος ισχαιμικού ΑΕΕ συγκριτικά με τη μονή αντιαιμοπεταλιακή αγωγή χωρίς ταυτόχρονη αύξηση του κινδύνου μείζονος/απειλητικής για τη ζωή αιμορραγίας σε ασθενείς με κενοχωριώδες ΑΕΕ: Υποανάλυση της μελέτης CSPS.com.  (Dual Antiplatelet Therapy With Cilostazol for Secondary Prevention in Lacunar Stroke: Subanalysis of the CSPS.com Trial  https://www.ahajournals.org/doi/10.1161/STROKEAHA.122.039900 )

Στην προκαθορισμένη βάσει πρωτοκόλλου υποανάλυση της προοπτικής, πολυκεντρικής, τυχαιοποιημένης μελέτης CSPS.com (Cilostazol Stroke Prevention Study for Antiplatelet Combination) συμπεριελήφθησαν 925 ασθενείς (μέση ηλικία: 69,5 έτη, 69,4%: άνδρες) με κενοχωριώδες ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (ΑΕΕ) από το σύνολο 1.884 ασθενών με μη καρδιοεμβολικό ΑΕΕ, 8 έως 180 ημέρες μετά το συμβάν. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν μονή (single antiplatelet therapy-SAPT) ή διπλή αντιαιμοπεταλιακή αγωγή (dual antiplatelet therapy-DAPT) με χρήση σιλοσταζόλης (200mg/ημέρα) και παρακολουθήθηκαν απο 0,5 έως 3,5 χρόνια. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν η υποτροπή του ΑΕΕ και ασφαλείας η μείζονα/ απειλητική για τη ζωή αιμορραγία. Η ομάδα DAPT (σιλοσταζόλη και ασπιρίνη ή κλοπιδογρέλη) και η ομάδα SAPT (μονοθεραπεία με ασπιρίνη ή κλοπιδογρέλη) περιελάμβαναν 464 (50,2%) και 461 (49,8%) ασθενείς, αντίστοιχα. Ισχαιμικό ΑΕΕ εμφανίστηκε σε 12 από τους 464 ασθενείς στην ομάδα DAPT (1,84 ανά 100 ανθρωπο-έτη) και σε 31 από τους 461 ασθενείς στην ομάδα SAPT(4,42 ανά 100 ασθενείς-έτη) (HR: 0,43 [95% CI, 0,22–0,84]). Το ποσοστό μείζονος/ απειλητικής για τη ζωή αιμορραγίας δε διέφερε σημαντικά μεταξύ των δυο ομάδων (2 ασθενείς [0,31 έναντι 0,86 ανά 100 ανθρωπο-έτη] (HR: 0,36 [95% CI, 0,07–1,81]). Συμπερασματικά, σε ασθενείς με κενοχωριώδες ΑΕΕ η DAPT με τη χρήση σιλοσταζόλης  μείωσε την πιθανότητα υποτροπής του ισχαιμικού ΑΕΕ συγκριτικά με τη SAPT χωρίς ταυτόχρονη αύξηση του κινδύνου μείζονος/απειλητικής για τη ζωή αιμορραγίας.


Η ύπαρξη μετάλλαξης του Παράγοντα V Leiden ή της προθρομβίνης G20210A σε ασθενή με επεισόδιο φλεβικής θρομβοεμβολής, σχετίζεται με χαμηλότερο κίνδυνο μείζονος/κλινικά σημαντικής μη μείζονος αιμορραγίας κατά την παρατεταμένη χορήγηση αντιπηκτικής αγωγής . (The risk of major bleeding in patients with factor V Leiden or prothrombin G20210A gene mutation while on extended anticoagulant treatment for venous thromboembolism. https://www.jthjournal.org/article/S1538-7836(22)19071-9/fulltext )

Σε αυτήν την πολυκεντρική, προοπτική μελέτη κοόρτης με μέση παρακολούθηση 3 ετών συμμετείχαν 2.260 ενήλικες που έλαβαν μακροχρόνια αντιπηκτική αγωγή μετά από επεισόδιο φλεβικής θρομβοεμβολής. Το πρωτεύον καταληκτικό  ήταν η μείζονα αιμορραγία σύμφωνα με τον γονότυπο για μετάλλαξη του παράγοντα V Leiden (factor V Leiden- FVL) ή μετάλλαξη της προθρομβίνης G20210A (prothrombin G20210A mutation- PGM)(wild type και ετερόζυγοι/ομόζυγοι).  Συγκεκριμένα, 106 ασθενείς παρουσίασαν ένα μείζον αιμορραγικό συμβάν (17 παρουσίασαν ενδοκράνια αιμορραγία και 7 παρουσίασαν θανατηφόρο αιμορραγία). Ο κίνδυνος μείζονος αιμορραγίας δε διέφερε μεταξύ των ασθενών με μετάλλαξη του FVL (ετεροζυγωτία ή ομοζυγωτία) και των ασθενών με τα φυσιολογικό γονότυπο (HR:0,89, 95%CI:0,53-1,49). Ομοίως, δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στον κίνδυνο εμφάνισης μείζονος αιμορραγίας μεταξύ των ασθενών με  μετάλλαξη του PGM (ετεροζυγωτία ή ομοζυγωτία) συγκριτικά με όσους εμφάνιζαν τον φυσιολογικό γονότυπο (HR: 0,53, 95%CI: 0,19-1,43). Στην πολυπαραγοντική ανάλυση για το καταληκτικό σημείο της μείζονος ή κλινικά σημαντικής μη μείζονος αιμορραγίας, οι ασθενείς με μετάλλαξη των γονιδίων FVL και/ή PGM εμφάνιζαν μικρότερο κίνδυνο αιμορραγίας σε σύγκριση με ασθενείς με φυσιολογικό γονότυπο (HR: 0,73; 95% CI: 0,55- 0,97).


Η χρήση του andexanet alfa μειώνει σημαντικά τη δράση των αντι-FXa προκαλώντας καλή ή αριστη αιμόσταση σε ασθενείς με μείζονα αιμορραγία σχετιζόμενη με τη χορήγηση αναστολέων FXa. (Final Study Report of Andexanet Alfa for Major Bleeding With Factor Xa Inhibitors https://www.ahajournals.org/doi/10.1161/CIRCULATIONAHA.121.057844 )

Στην προοπτική μελέτη ΑΝΝΕΧΑ-4 συμμετείχαν 479 ασθενείς (μέση ηλικία: 78 έτη, 54%:άνδρες, 86%:λευκοί), οι οποίοι έλαβαν andexanet-alfa λόγω οξείας μείζονας αιμορραγίας εντός 18 ωρών από τη λήψη ενός αναστολέα FXa. Τα πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν: η αλλαγή της δραστικότητας του αντι-FXa από την αρχική τιμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας με andexanet alfa και η εξαιρετική ή καλή αιμόσταση στις 12 ώρες. Η αποτελεσματικότητα του andexanet-alfa μελετήθηκε στην ομάδα ασθενών με αρχικά επίπεδα αντι-FXa δραστικότητας πάνω από τα προκαθορισμένα όρια (δηλαδή ≥75 ng/mL για το apixaban και το rivaroxaban, ≥40 ng/mL για το edoxaban και ≥0,25 IU/mL για την ενοξαπαρίνη) που κρίθηκε ότι πληρούσαν τα κύρια κριτήρια αιμορραγίας (βάσει της International Society on Thrombosis and Haemostasis) ενώ η ασφάλεια του φαρμάκου μελετήθηκε στο σύνολο των ασθενών. Το 81% των συμμετεχόντων έλαβαν αντιπηκτική αγωγή για κολπική μαρμαρυγή και ο διάμεσος χρόνος ήταν 11,4 ώρες από την τελευταία δόση, εκ των οποίων 245 ασθενείς έλαβαν apixaban (51%), 176 ασθενείς rivaroxaban (37%), 36 ασθενείς edoxaban (8%) και 22 ασθενείς ενοξαπαρίνη (5%).  Στην πλειονότητα των ασθενών το επεισόδιο μείζονος αιμορραγίας αφορούσε ενδοκράνια (n=331, 69%) ή γαστρεντερική αιμορραγία (n=109, 23%). Στον πληθυσμό ελέγχου αποτελεσματικότητας του andexanet-alfa σε ασθενείς υπό apixaban (n=172), η διάμεση δράση του αντι-FXa μειώθηκε από 146,9 ng/mL σε 10,0 ng/mL (μείωση 93% [95% CI: 94–93]), για το  rivaroxaban (n=132), μειώθηκε από 214,6 ng/mL σε 10,8 ng/mL (μείωση 94% [95% CI:95–93]), για το edoxaban (n=28), μειώθηκε από 121,1 ng/mL σε 24,4 ng/mL (μείωση 71% [95% CI:82–65 και για την ενοξαπαρίνη (n=17), μειώθηκε από 0,48 IU/mL σε 0,11 IU/mL (μείωση 75% [95% CI:79–67]). Συνολικά από τους 342 ασθενείς άριστη ή καλή αιμόσταση παρατηρήθηκε σε 274 (80% , 95%CI: 75-84). Στον σύνολο του πληθυσμού (479) για το καταληκτικό σημείο ασφάλειας, 50 ασθενείς (10%) εμφάνισαν θρομβωτικά επεισόδια, ενώ σε 16 εξ αυτών το θρομβωτικό συμβάν εμφανίστηκε υπο προφυλακτική αντιπηκτική αγωγή μετά το επεισόδιο αιμορραγίας. Δεν εμφανίστηκαν θρομβωτικά επεισόδια μετά την επανέναρξη της από του στόματος αντιπηκτικής αγωγής. Σε όλες τις κατηγορίες της αντιπηκτικής αγωγής η μείωση της δρστικότητας του anti-FXa προέβλεψε την αποτελεσματικότητα αιμόστασης σε ασθενείς με ενδοκράνια αιμορραγία (area under the re curve: 0.62, 95% CI: 0,54–0,70) και σχετίστηκε με χαμηλότερη θνησιμότητα σε ασθενείς ηλικίας <75 ετών (adjusted P=0,022, unadjusted P=0,003). Συμπερασματικά, σε ασθενείς με μείζονα αιμορραγία σχετιζόμενη με τη χορήγηση αναστολέων FXa, η θεραπεία με andexanet alfa μείωσε την aντι-FXa δράση και συσχετίστηκε με καλή ή εξαιρετική αιμοστατική αποτελεσματικότητα στο 80% των ασθενών.


 

ΥΠΕΥΘΥΝΟΙ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΤΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ

Μιλτιάδης Ματσάγκας
Καθηγητής Αγγειοχειρουργικής
Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
Πρόεδρος Ι.Μ.Ε.Θ.Α.

Δημήτριος Σαγρής
Παθολόγος
Επιμελητής Β’ Πανεπιστημιακής Παθολογικής Κλινικής
Πανεπιστημιακό ΓΝ Λάρισας

 

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ

Αναστασία Καραγιαννάκη, MD, MSc
Υποψήφια Διδάκτωρ, Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Κοινοποιήστε το...

Shares
Top
This site is registered on wpml.org as a development site. Switch to a production site key to remove this banner.