ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΙΜΕΘΑ
Αγαπητοί φίλοι του ΙΜΕΘΑ,
Το 13ο Πανελλήνιο Συνέδριο του ΙΜΕΘΑ πραγματοποιήθηκε στα Ιωάννινα στις 2–4 Οκτωβρίου 2025, σημειώνοντας ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο συμμετοχής και επιστημονικής ανταπόκρισης. Το πρόγραμμα περιελάμβανε επίκαιρες θεματικές ενότητες, ενώ η παρουσία ιατρών συναφών ειδικοτήτων και φοιτητών των επιστημών υγείας ήταν συνεχής καθ’ όλη τη διάρκεια των εργασιών.
Οι δράσεις του ΙΜΕΘΑ συνεχίζονται με τον καθιερωμένο κύκλο εκπαιδευτικών σεμιναρίων Excellence in Thrombosis Webinars 2025-2026. Στόχος των σεμιναρίων είναι η εμβάθυνση σε κρίσιμες πτυχές της αντιθρομβωτικής αγωγής και της θρόμβωσης, πεδία που αφορούν ευρύ φάσμα ιατρικών ειδικοτήτων. Το 1ο Webinar θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2025, με θέμα «Διαταραχές της αιμόστασης σε ασθενείς υπό θεραπεία με TKIs», υπό τον συντονισμό της αιματολόγου κας Ε. Γρουζή και του κ. Α. Τσελέπη, μετά από πρόταση της κας Δέσποινας Πανταζή, μέλος του ΔΣ του ΙΜΕΘΑ.
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το πρόγραμμα πατήστε ΕΔΩ.
Στο πλαίσιο των επερχόμενων επιστημονικών δραστηριοτήτων του ΙΜΕΘΑ, σας προσκαλούμε στο 14ο Πανελλήνιο Συνέδριο του ΙΜΕΘΑ, που θα πραγματοποιηθεί στην Αθήνα στις 15–17 Οκτωβρίου 2026, στο ξενοδοχείο Crowne Plaza.
Στόχος του συνεδρίου είναι η διασύνδεση ιατρών συναφών ειδικοτήτων και επιστημόνων που δραστηριοποιούνται στην πρόληψη, αντιμετώπιση και έρευνα των θρομβοεμβολικών νοσημάτων και των διαταραχών της πήξης, μέσα από διαδραστικές συζητήσεις και ανταλλαγή επιστημονικών απόψεων.
Προσβλέπουμε στην ενεργό συμμετοχή σας, τόσο στις επιστημονικές συνεδρίες όσο και μέσω της παρουσίασης πρωτότυπων ερευνητικών εργασιών σχετικών με τη θρόμβωση και την αντιθρομβωτική αγωγή. Σας καλούμε να συμβάλετε στο επιστημονικό πρόγραμμα του συνεδρίου με την υποβολή και παρουσίαση των δικών σας πρωτότυπων εργασιών.
Η καταληκτική ημερομηνία υποβολής εργασιών είναι η 15η Ιουνίου 2026.
Για περισσότερες πληροφορίες πατήστε ΕΔΩ
Στο ενημερωτικό δελτίο του ΙΜΕΘΑ, συνοψίζονται όπως κάθε μήνα οι σημαντικότερες μελέτες και στον τομέα της θρόμβωσης και της αντιθρομβωτικής αγωγής.
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ-ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΠΡΟΣΦΑΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΩΝ
Χορήγηση αντιαιμοπεταλιακής αγωγής σε ασθενείς με φλεβική θρομβοεμβολή που λαμβάνουν αντιπηκτικά: Ευρήματα από το μητρώο COMMAND VTE Registry-2 (Kaneda K, al. COMMAND VTE Registry-2 Investigators. Concomitant Antiplatelet Therapy in Patients With Venous Thromboembolism Treated With Anticoagulants- Insights From the COMMAND VTE Registry-2. Circ J. 2025 Sep 27. doi: 10.1253/circj.CJ-25-0464. https://www.jstage.jst.go.jp/article/circj/advpub/0/advpub_CJ-25-0464/_pdf/-char/ja)
Τα άμεσα από του στόματος αντιπηκτικά (DOACs) χρησιμοποιούνται συχνά ως αντιπηκτικά φάρμακα σε ασθενείς με φλεβική θρομβοεμβολικό νόσο (VTE). Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτοί οι ασθενείς λαμβάνουν ταυτόχρονα αντιαιμοπεταλιακή θεραπεία, αν και υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα που να υποστηρίζουν τη συγκεκριμένη πρακτική. Η παρούσα μελέτη διερεύνησε την επίδραση της χορήγησης αντιαιμοπεταλιακής θεραπείας σε ασθενείς με VTE που λαμβάνουν αντιπηκτική αγωγή. Το COMMAND VTE Registry-2 αποτελεί μια πολυκεντρική καταγραφή, στην οποία συμμετείχαν 5.197 ασθενείς με οξεία συμπτωματική VTE από 31 κέντρα στην Ιαπωνία, κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2015 έως τον Αύγουστο του 2020. Αποκλείστηκαν 407 ασθενείς που δεν έλαβαν -για διάφορους λόγους-από του στόματος αντιπηκτικά, οπότε παρέμειναν 4.790 ασθενείς με VTE που έλαβαν από του στόματος αντιπηκτικά. Μετά την αντιστοίχιση βάσει propensity score, συμπεριλήφθηκαν 676 ασθενείς (338 αντιστοιχισμένα ζεύγη στις 2 ομάδες: αντιπηκτική αγωγή με ταυτόχρονη χορήγηση αντιαιμοπεταλιακής αγωγής και η 2 ομάδα μόνο αντιπηκτική αγωγή). Δεν υπήρχαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των 2 ομάδων στη σωρευτική τριετή επίπτωση υποτροπιάζουσας VTE (4,9% έναντι 7,3%, αντίστοιχα, P=0,50), μείζονος αιμορραγίας (9,4% έναντι 12,4%, P=0,36) και εγκεφαλικού επεισοδίου (6,7% έναντι 4,1%, P=0,24). Ωστόσο, η επίπτωση της κλινικά σημαντικής μη-μείζονος αιμορραγίας στα τρία έτη ήταν σημαντικά υψηλότερη στην ομάδα με τη συγχορήγηση αντιαιμοπεταλιακής αγωγής και αντιπηκτικών σε σύγκριση με την ομάδα που λάμβανε μόνο αντιπηκτικά (17,7% έναντι 10,0%, P=0,047).
Συμπερασματικά, σε ένα μεγάλο μητρώο ασθενών με VTE, η συγχορήγηση αντιαιμοπεταλιακής και αντιπηκτικής αγωγής, σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία με αντιπηκτική αγωγή, δε συσχετίστηκε σημαντικά με αυξημένο κίνδυνο επανεμφάνισης VTE, μείζονος αιμορραγίας ή εγκεφαλικού επεισοδίου, αλλά αύξησε τον κίνδυνο εμφάνισης κλινικά σημαντικής μη-μείζονος αιμορραγίας.
Μilvexian, αναστολέας του παράγοντα XIa από το στόμα, μετά από πρόσφατο οξύ στεφανιαίο σύνδρομο: Τεκμηρίωση και σχεδιασμός της μελέτης φάσης 3 (Librexia ACS). (Gibson CM, et al. Librexia ACS Committees and Investigators. Oral factor XIa inhibitor milvexian after a recent acute coronary syndrome: Rationale and design of the phase 3 (Librexia ACS). Am Heart J. 2025 Jul;285:21-28. doi: 10.1016/j.ahj.2025.02.011).
Η μελέτη Librexia-ACS είναι μια μεγάλη κλινική μελέτη φάσης 3 (ClinicalTrials.gov NCT05754957) που εξετάζει αν το Μilvexian, ένας νέος από του στόματος αναστολέας του παράγοντα XIa, μπορεί να μειώσει τα σοβαρά καρδιαγγειακά συμβάντα σε ασθενείς που έχουν υποστεί πρόσφατο οξύ στεφανιαίο σύνδρομο, όταν προστίθεται στη συνήθη αντιαιμοπεταλιακή θεραπεία. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο της μελέτης είναι η μείωση καρδιαγγειακού θανάτου, εμφράγματος ή ισχαιμικού εγκεφαλικού σε περίπου 16.000 ασθενείς υψηλού κινδύνου, συγκρίνοντας το Μilvexian με εικονικό φάρμακο, ενώ παράλληλα εξετάζεται η ασφάλεια του milvexian, ιδίως όσον αφορά τον κίνδυνο σοβαρής αιμορραγίας. Η κλινική μελέτη Librexia-ACS θα προσφέρει σημαντικές πληροφορίες σχετικά με το εάν η αναστολή του XIa επιπλέον της συνήθους αντιαιμοπεταλιακής αγωγής θα μπορούσε να προσφέρει καλύτερη προστασία χωρίς αύξηση των αιμορραγικών επιπλοκών.
Από το ESC που έλαβε χώρα στη Μαδρίτη (29/8 – 1/9/2025)
«Η διπλή αντιαιμοπεταλιακή αγωγή (DAPT) μπορεί να μην είναι απαραίτητη μετά από επέμβαση CABG σε ασθενείς με οξύ στεφανιαίο συμβάν»
(https://www.medscape.com/viewarticle/dapt-may-not-be-necessary-after-cabg-2025a1000nw6?st=fpf_login&scode=msp&socialSite=google&icd=login_success_gg_match_fpf&form=login&isSocialFTC=true & N Engl J Med. 2025 Sep 1. doi: 10.1056/NEJMoa2508026)
Η μελέτη TACSI, η οποία πραγματοποιήθηκε σε τέσσερις σκανδιναβικές χώρες, δεν ανέδειξε διαφορά στα ισχαιμικά καρδιαγγειακά συμβάντα, ρραγιών σε ασθενείς με οξύ στεφανιαίο σύνδρομο (ACS) που υποβλήθηκαν σε CABG και έλαβαν για 12 μήνες ασπιρίνη σε συνδυασμό με τικαγκρελόρη, σε σύγκριση με όσους ασθενείς έλαβαν μόνο ασπιρίνη. Από την άλλη, οι ερευνητές της μελέτης TOP-CABG, που διεξήχθη στην Κίνα σε ασθενείς που υπεβλήθησαν σε επιλεκτική CABG, διαπίστωσαν ότι η χορήγηση DAPT για 3 μήνες συσχετίστηκε με παρόμοια ποσοστά απόφραξης φλεβικών μοσχευμάτων, ενώ μείωσε σημαντικά τον κίνδυνο κλινικά σημαντικής αιμορραγίας σε σύγκριση με τη θεραπεία διάρκειας 12 μηνών. Οι δύο μελέτες παρουσιάστηκαν στο Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας (ESC) 2025, ενώ τα αποτελέσματα της μελέτης TACSI δημοσιεύθηκαν ταυτόχρονα διαδικτυακά στο περιοδικό The New England Journal of Medicine (Jeppsson A, et al. TACSI Trial Group. Ticagrelor and Aspirin or Aspirin Alone after Coronary Surgery for Acute Coronary Syndrome. N Engl J Med. 2025 Sep 1. doi: 10.1056/NEJMoa2508026). Στη μελέτη TACSI συμπεραίνεται ότι σε ασθενείς που υπεβλήθησαν σε CABG λόγω ACS, ο συνδυασμός τικαγκρελόρης και ασπιρίνης δεν οδήγησε σε μικρότερη συχνότητα εμφάνισης θανάτου, εμφράγματος του μυοκαρδίου, εγκεφαλικού επεισοδίου ή επαναληπτικής επαναιμάτωσης των στεφανιαίων αρτηριών, σε σύγκριση με τη χορήγηση μόνο ασπιρίνης, κατά την 1 έτους παρακολούθηση (ClinicalTrials.gov: NCT03560310, EU Clinical Trials: 2023-508551-40-00). Τα αποτελέσματα αυτά φαίνεται να θέτουν υπό αμφισβήτηση τις τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες, με βάση τις οποίες συστήνεται DAPT για 12 μήνες σε ασθενείς που υποβάλλονται σε CABG μετά από ACS. Στη μελέτη TOP-CABG, υποστηρίζεται ότι η χορήγηση DAPT για 3 μήνες μετά από CABG προσφέρει μια πιο «έξυπνη» και πιο στοχευμένη μορφή θεραπευτικής φροντίδας σε σύγκριση με τη διάρκεια των 12 μηνών θεραπεία. Μια μελλοντική κλινική μελέτη με μονή αντιαιμοπεταλιακή αγωγή με ασπιρίνη θα αποδεικνύοταν χρήσιμη έναντι 3μηνης DAPT σε ασθενείς με χρόνια στεφανιαία νόσο μετά από CABG.
Πνευμονική εμβολή (ΠE) και μακροπρόθεσμες συνέπειες: Μια προσέγγιση μηχανικής μάθησης (Nopp S, et al.& RIETE Investigators. A machine learning approach to identify patients at risk for long-term consequences after pulmonary embolism. Sci Rep. 2025 Sep 24;15(1):32744. doi: 10.1038/s41598-025-14893-1)
Η πνευμονική εμβολή (ΠΕ) μπορεί να οδηγήσει σε μακροχρόνιες επιπλοκές, όπως το σύνδρομο μετά από ΠΕ, το οποίο περιλαμβάνει εμμένουσα δύσπνοια και χρόνια θρομβοεμβολική πνευμονική υπέρταση (CTEPH). Τα υπάρχοντα εργαλεία πρόγνωσης για σοβαρές επιπλοκές μετά από πνευμονική εμβολή παρουσιάζουν χαμηλή ευαισθησία και ειδικότητα. Η παρούσα μελέτη είχε στόχο την ανάπτυξη ενός μοντέλου μηχανικής μάθησης (machine learning) για τον εντοπισμό ασθενών με κίνδυνο εμφάνισης μακροχρόνιων επιπλοκών μετά από πνευμονική εμβολή. Χρησιμοποιώντας δεδομένα από το μητρώο RIETE, το μεγαλύτερο προοπτικό διεθνές μητρώο πνευμονικής εμβολής, αναπτύχθηκαν εποπτευόμενα μοντέλα μηχανικής μάθησης για την πρόβλεψη αυξημένου κινδύνου εμφάνισης CTEPH και συνδρόμου μετά από ΠΕ. Από τους 57.981 ασθενείς με πνευμονική εμβολή στο μητρώο RIETE, 5.217 πληρούσαν τα κριτήρια ένταξης. Η διάμεση ηλικία ήταν 68 έτη, με 50,6 % να είναι άνδρες. Η μηχανική μάθηση βασίστηκε σε 111 προγνωστικές μεταβλητές, ενώ 171 ασθενείς (3,3 %) ανέπτυξαν CTEPH. Το μοντέλο για την πρόβλεψη της CTEPH εμφάνισε καλή απόδοση [AUC = 0,74 (95 % CI: 0,73–0,75)], υπερέχοντας σημαντικά του υπάρχοντος προγνωστικού σκορ [AUC = 0,57; (0,54–0,61)]. Επιπλέον, 1.310 ασθενείς (25,1 %) παρουσίασαν σύνδρομο μετά από ΠΕ έξι μήνες μετά το αρχικό επεισόδιο. Το μοντέλο πρόβλεψης όμως του συνδρόμου μετά από ΠΕ είχε χαμηλότερη απόδοση [AUC = 0,62 (0,61–0,62)]. Οι κύριες προγνωστικές μεταβλητές και στα δύο μοντέλα περιελάμβαναν την παρουσία θωρακικού άλγους και τη δύσπνοια κατά την εισαγωγή, την ανατομική εντόπιση της πνευμονικής εμβολής, τα επίπεδα τροπονίνης και το σημείο εντόπισης του θρόμβου. Τα μοντέλα μηχανικής μάθησης δείχνουν ενθαρρυντικά αποτελέσματα στην πρόβλεψη της CTEPH, αλλά είναι λιγότερο αποτελεσματικά για την πρόβλεψη του συνδρόμου μετά από ΠΕ. Απαιτείται περαιτέρω βελτίωση, ιδίως με ενσωμάτωση απεικονιστικών δεδομένων, ώστε να βελτιωθεί η προγνωστική ακρίβεια και η κλινική χρησιμότητα των μοντέλων.
Αξιολόγηση αλληλεπιδράσεων φαρμάκων (DDIs) σε καρκινοπαθείς που λαμβάνουν αντιπηκτικά και αντικαρκινικά φάρμακα: μια επισκόπηση εστιασμένη στη θεραπευτική αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια. (Yerolatsite M, et al. Evaluating DDIs in cancer patients receiving anticoagulants and antineoplastics: a scoping review focusing on therapeutic efficacy and safety. October 2025, Medical Oncology, 42(11), DOI:10.1007/s12032-025-03074-9)
Η θρόμβωση που σχετίζεται με καρκίνο (Cancer-Αssociated Τhrombosis, CAT) έχει ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω της συχνότητάς της και της επίδρασής της στη θνητότητα των ασθενών. Ο κίνδυνος φλεβικής θρομβοεμβολής (VTE) αυξάνεται σημαντικά κατά την πρόοδο της νόσου και κατά τη διάρκεια της αντικαρκινικής θεραπείας, υπογραμμίζοντας την επείγουσα ανάγκη για αποτελεσματική αντιπηκτική στρατηγική. Η διερεύνηση των αλληλεπιδράσεων φαρμάκου–φαρμάκου (Drug-Drug Interactions, DDIs) και συγκεκριμένα αντιπηκτικών και αντικαρκινικών, είναι κρίσιμη για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική και ασφαλής θεραπεία των καρκινοπαθών. Οι βάσεις δεδομένων PubMed και Embase αξιοποιήθηκαν για την ταυτοποίηση μελετών που ανέφεραν αλληλεπιδράσεις μεταξύ αντιπηκτικών και αντικαρκινικών φαρμάκων έως τον Δεκέμβριο του 2023. Τέσσερις μελέτες πληρούσαν τα κριτήρια ένταξης, περιλαμβάνοντας 299 ασθενείς, κυρίως γυναίκες, με διάφορες συννοσηρότητες και διάφορα θεραπευτικά σχήματα για αντιθρομβωτική και αντικαρκινική θεραπεία. Οι μελέτες ανέφεραν από μηδενική αλληλεπίδραση έως αντενδεικνυόμενες αλληλεπιδράσεις μεταξύ αντικαρκινικών φαρμάκων και αντιπηκτικών, οι οποίες επηρέαζαν την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της αντικαρκινικής θεραπείας. Σε σύγκριση με τα DOACs, οι LMWHs δεν αλληλεπιδρούσαν με φάρμακα χημειοθεραπείας. Ενώ οι LMWHs προτιμούνταν λόγω προβλέψιμης απόκρισης και ελάχιστης τοξικότητας, τα DOACs αποτελούσαν επίσης μια κατάλληλη επιλογή, παρά τις ανησυχίες για πιθανές αλληλεπιδράσεις με αντικαρκινικά φάρμακα. Η κατανόηση και διαχείριση των αλληλεπιδράσεων μεταξύ αντιπηκτικών και αντικαρκινικών φαρμάκων είναι κρίσιμη για τη βελτιστοποίηση θεραπείας στους καρκινοπαθείς. Απαιτούνται περαιτέρω μελέτες για να διευκρινιστούν οι κλινικές επιπτώσεις αυτών των αλληλεπιδράσεων και να βελτιωθούν οι θεραπευτικές αποφάσεις σε αυτή την πολύπλοκη ομάδα ασθενών.
Αντιθρομβωτική θεραπεία μετά από επιτυχή κατάλυση με καθετήρα για κολπική μαρμαρυγή (Verma A et al. for the OCEAN Investigators. Antithrombotic Therapy after Successful Catheter Ablation for Atrial Fibrillation, ΝEJM, November 8, 2025, DOI: 10.1056/NEJMoa2509688, OCEAN, ClinicalTrials.gov NCT02168829).
Επί του παρόντος δεν έχει καταστεί σαφές εάν η επιτυχής κατάλυση κολπικής μαρμαρυγής καταργεί την ανάγκη για μακροχρόνια από του στόματος αντιπηκτική αγωγή. Παρουσιάζονται τα δεδομένα μίας διεθνούς ανοικτού τύπου τυχαιοποιημένης μελέτης με τυφλή αξιολόγηση των αποτελεσμάτων, στην οποία συμμετείχαν 1284 ασθενείς που είχαν υποβληθεί επιτυχή κατάλυση κολπικής μαρμαρυγής τουλάχιστον ένα έτος νωρίτερα και είχαν CHA₂DS₂-VASc ≥1 (ή ≥2 για γυναίκες ή ασθενείς με αγγειακή νόσο). Οι συμμετέχοντες τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν είτε ριβαροξαμπάνη (15 mg ημερησίως) είτε ασπιρίνη (70–120 mg ημερησίως) και παρακολουθήθηκαν επί 3 έτη. Στην εισαγωγή και μετά από 3 έτη πραγματοποιήθηκε μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου. Καταγράφηκαν συμβάντα όπως εγκεφαλικό επεισόδιο, συστηματική εμβολή ή νέο σιωπηρό εμβολικό εγκεφαλικό (τουλάχιστον ένα νέο έμφρακτο με διάμετρο ≥15 mm στη μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου). Στην ομάδα της ριβαροξαμπάνης (n=641) σημειώθηκαν 5 συμβάντα (0,31/100 ασθενείς-έτη παρακολούθησης), ενώ στην ομάδα της ασπιρίνης (n=643) 9 συμβάντα (0,66/100 ασθενείς-έτη παρακολούθησης) (σχετικός κίνδυνος [RR] 0,56; 95% CI, 0,19–1,65; P=0,28). Νέα εγκεφαλικά εμφράγματα (<15 mm) παρατηρήθηκαν σε 3,9% των ασθενών με ριβαροξαμπάνη και σε 4,4% των ασθενών με ασπιρίνη (RR 0,89;·95% CI, 0,51–1,55). Μείζονα ή θανατηφόρα αιμορραγία εμφανίστηκε σε 1,6% και 0,6% των ασθενών αντίστοιχα (HR 2,51;·95% CI, 0,79–7,95). Συμπερασματικά, σε ασθενείς που είχαν υποβληθεί επιτυχώς σε καθετηριακή κατάλυση για κολπική μαρμαρυγή τουλάχιστον ένα έτος πριν και είχαν παράγοντες κινδύνου για εγκεφαλικό επεισόδιο, η θεραπεία με ριβαροξαμπάνη δε μείωσε σημαντικά τη συχνότητα εμφάνισης νέου συμβάντος (εγκεφαλικό, συστηματική εμβολή ή νέο σιωπηρό εμβολικό εγκεφαλικό) σε σύγκριση με την ασπιρίνη.
Θεραπευτική αντιμετώπιση της κολπικής μαρμαρυγής σε ασθενείς με ενδοστεφανιαίες προθέσεις (drug-eluting stents). (Lee JS et al. for the ADAPT AF-DES Investigators. Therapy for Atrial Fibrillation in Patients with Drug-Eluting Stents. ADAPT AF-DES ClinicalTrials.gov number, NCT04250116. ΝEJM, November 8, 2025, DOI: 10.1056/NEJMoa2512091)
Στην πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, ανοιχτού τύπου μη κατωτερότητας στη Ν. Κορέα, 960 ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή οι οποίοι είχαν υποβληθεί σε εμφύτευση ενδοστεφανιαίας πρόθεσης τύπου drug-eluting τουλάχιστον 1 έτος πριν, τυχαιοποιήθηκαν σε μονοθεραπεία με DOAC ή σε συνδυασμένη θεραπεία (DOAC & κλοπιδογρέλη). Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο της μελέτης ήταν το καθαρό κλινικό όφελος από τη θεραπεία το οποίο συμπεριελαμβανε την εμφάνιση ενός θρομβωτικού επεισοδίου (έμφραγμα, θρόμβωση ενδοπρόθεσης, θάνατος, εγκεφαλικό) ή μείζονος/μη-μείζονος αιμορραγίας στους 12 μήνες. Στην ομάδα μονοθεραπείας το καταληκτικό σημείο παρατηρήθηκε σε 9,6% έναντι 17,2% στην ομάδα με συνδυασμένη θεραπεία (λόγος σχετικού στιγμιαίου κινδύνου (ΗR) 0,54; 95.2% CI, 0.37 σε 0.77; P<0.001), ενώ η αιμορραγία εμφανίστηκε σε 5,2% στην ομάδα μονοθεραπείας έναντι 13,2% στην ομάδα με συνδυασμένη θεραπεία (ΗR, 0.38; 95% CI, 0.24 σε 0.60). Σε ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή που είχαν υποβληθεί σε τοποθέτηση drug-eluting ενδοστεφανιαίας πρόθεσης τουλάχιστον 1 χρόνο πριν, η μονοθεραπεία με DOAC αποδείχθηκε μη κατώτερη της συνδυασμένης θεραπείας όσον αφορά τα δυσμενή κλινικά συμβάντα.
ΥΠΕΥΘΥΝΟΙ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΤΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ
Δημήτριος Ρίχτερ
Καρδιολόγος
Διευθυντής Καρδιολογικής Κλινικής, “Ευρωκλινική”Αθηνών
Πρόεδρος Ι.Μ.Ε.Θ.Α.
Δέσποινα Πανταζή
Χημικός, MSc, PhD στη Βιοχημεία, ΕΔΙΠ
Βαθμού Α’, Εργαστήριο Βιοχημείας/Eρευνητικό
Κέντρο Αθηροθρόμβωσης/Τμήμα Χημείας,
Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Μέλος Δ.Σ. Ι.Μ.ΕΘ.Α.

